Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 - 'Αρθρο από Μαρινέλλα Κατακαλέα Γεωργούντζου

 Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που δεν γράφονται απλώς με λέξεις αλλά με σιωπές,

που στέκουν σαν πληγή ανοιχτή στη μνήμη ενός λαού. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 είναι μία από αυτές.

Δεν είναι η πτώση μιας πρωτεύουσας, είναι η κατάρρευση ενός κόσμου που για

αιώνες στέκονταν σύμβολο πίστης, πολιτισμού και αυτοκρατορικού μεγαλείου.

Βέβαια κατά τον 15ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πλέον περιοριστεί

σχεδόν αποκλειστικά στη Κωνσταντινούπολη και σε λίγες ακόμα περιοχές. Ήταν η

σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση ήρθε σαν φυσικό αποτέλεσμα της

αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνεχείς εμφύλιες

διαμάχες, η οικονομική εξάντληση και οι πιέσεις από του Οθωμανούς είχε

αποδυναμώσει το κράτος.


Τις τελευταίες μέρες πριν το τέλος η Πόλη έμοιαζε να ανασαίνει βαριά σαν να

γνώριζε τη μοίρα της. Τα τείχη της πληγωμένα από τις ασταμάτητες επιθέσεις δεν

ήταν πιά πέτρα και χώμα ήταν αντοχή και πείσμα. Μέσα τους ζούσαν

αποφασισμένοι υπερασπιστές αν και ο κλοιός έσφιγγε απελπιστικά κάθε μέρα.

Η πολιορκία άρχισε 6 Απριλίου το 1453 όταν ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ περικύκλωσε

την Πόλη με τεράστιο στρατό και πυροβολικό. Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησαν

καθημερινές επιθέσεις και συγκρούσεις γύρω από τα τείχη.


Αυτό κράτησε 53 ημέρες. Ο Οθωμανικός στρατός υπο τον Μωάμεθ Β’ εμφανίστηκε

μπροστά στα τείχη στις 2 Απριλίου του 1453. Οι μάχες ήταν συνεχείς με τους

Οθωμανούς να έχουν στρατοπεδεύσει κατά μήκος των χερσαίων τειχών από την

Προποντίδα έως το Κεράτιο κόλπο.

Στις 21 Μαΐου ο Σουλτάνος έστειλε Πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη.

Ζητούσε τη παράδοση της Πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα

και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντα τους. Επίσης θα

αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως Ηγεμόνα της Πελοποννήσου, και ακόμα εγγυόταν

για την ασφάλεια και την περιουσία του πληθυσμού που θα παρέμενε στη Πόλη.

Οι αντιπρόταση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου διαπνέονταν από το πνεύμα

αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας και σύμφωνα με το Γεώργιο Σφραντζή τον

χρονικογράφο του αυτοκράτορα απάντησε:


«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν

ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα

τῆς ζωῆς ἡμῶν»

Δηλαδή σε σύγχρονη απόδοση


«Το να σου παραδώσω τη Πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους

κατοίκους της διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα πεθάνουμε αυτοπροαίρετα και

δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας»


Από το Μικρό Χρονικό του Γεωργίου Σφραντζή ή Φραντζή του Βυζαντινού

ιστοριογράφου και αυτόπτη μάρτυρα από τη Μικρή Μυριόβιβλο σελ. 5-11, 42-43

διαβάζουμε ότι 29 Μαΐου 1453, ημέρα Τρίτη και ώρα 14:30, οι Τούρκοι κυρίευσαν

τη Πόλη. Την ίδια ακριβώς ώρα της Άλωσης τραυματίστηκε θανάσιμα και πέθανε, ο

μακαρίτης ο αφέντης μου κυρ – Κωνσταντίνος, ο Βασιλιάς Παλαιολόγος όπως λέει

και ο Φραντζής.


Ο χρονικογράφος του Αυτοκράτορα περιγράφει την Άλωση με βαθύ πόνο, θρήνο

και προσωπική συντριβή. Δεν γράφει σαν ψυχρός χρονικογράφος. Γράφει σαν

άνθρωπος που έχασε τη πατρίδα του, το, Αυτοκράτορα του, και ολόκληρο το κόσμο

του.


Για το Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τον οποίο αποκαλεί αφέντη ο Σφραντζής μιλά με

συγκίνηση και πίστη, περιγράφει ότι ο Αυτοκράτορας πολέμησε μέχρι τέλους πάνω

στα τείχη και χάθηκε μαζί με τη Πόλη. Η φράση που αποδίδεται στην εποχή εκείνη

«Η Πόλις εάλω» συμπυκνώνει όλο το δράμα της στιγμής. Ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε

και γνώρισε τη δουλεία.


Γράφει με σπαραχτικό τρόπο για τη καταστροφή, τις σφαγές, τις λεηλασίες και τον

εξανδραποδισμό των κατοίκων. Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η αναφορά στα

παιδιά του που πωλήθηκαν ως δούλοι μετά την Άλωση. Εκεί ο λόγος γίνεται κραυγή

πόνου. Δεν θρηνεί μόνο για μία αυτοκρατορία αλλά και για τη προσωπική του

οικογένεια.


Η αφήγηση του δίνει την αίσθηση ότι με την άλωση δεν χάθηκε μόνο μια πόλη αλλά

ένας ολόκληρος πολιτισμός. Γι’αυτό το έργο του θεωρείται από τις πιο ανθρώπινες

και συγκινητικές μαρτυρίες για το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ένα από τα πιο συγκλονίστηκα αποσπάσματα του χρονικού για την Άλωση είναι το

ακόλουθο «Εάλω η Πόλις, εάλω το Βασίλειων, εάλω και το γένος μου το τάλανο

δηλαδή χάθηκε η Πόλη, χάθηκε το Βασίλειο, χάθηκε και το δυστυχισμένο μου

γένος»


Δε μιλά μόνο για τη πτώση της Αυτοκρατορίας αλλά και για τη δική του προσωπική

καταστροφή. Είχε χάσει συγγενείς, φίλους, τα παιδιά του είχαν πουληθεί δούλοι

ενώ ο ίδιος είδε το κόσμο του να συντρίβεται «Θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός

και συμφορά αμέτρητος»


Ο λόγος του είναι απλός αλλά βαθύς, ανθρώπινος γι’αυτό και συγκινεί μέχρι

σήμερα. Μιλά για τον Αφέντη του τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Ι.Α. Δεν τον

παρουσιάζει απλά ως Αυτοκράτορα αλλά ως ηρωική μορφή που έμεινε μέχρι

τέλους κοντά στη Πόλη του « Ο μακαριστός Βασιλιάς κυρ Κωνσταντίνος έπεσε

πολεμώντας και με προσωπικό πόνο γράφει: δεν υπάρχει πλέον ο Αφέντης μου ο

Βασιλιάς»


Ο Δούκας ένας άλλος χρονικογράφος περιγράφει την Άλωση με δραματικό και

θρηνητικό τρόπο. Σε αντίθεση με το πιο προσωπικό πόνο του Σφραντζή, ο Δούκας

δίνει έμφασή στην συμφορά του Χριστιανικού κόσμου και τη καταστροφή της

Βασιλεύουσας. Ένα από τα γνωστά αποσπάσματα είναι η κραυγή «Ω Πόλις, ω Πόλις,

κεφαλή πασών των πόλεων Ω Πόλις, κέντρο των τεσσάρων μερών της Οικουμένης,

Ω Πόλις καύχημα των χριστιανών και βαρβάρων παίγνιον.»


Για το Κωνσταντίνο Παλαιολόγο γράφει με θαυμασμό. Γράφει ότι πολέμησε σαν

απλός στρατιώτης στα τείχη χωρίς να παραδοθεί. Η εικόνα που δίνει είναι επική!

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας πέφτει μαζί με την αυτοκρατορία του. Η αφήγηση του

έχει συχνά το τόνο βιβλικού θρήνου σαν να θρηνεί μία νέα ‘Άλωση Ιερουσαλήμ’

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές αλλά και τη παράδοση ο τελευταίος Βυζαντινός

αυτοκράτορας συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία τη νύχτα πριν την

Άλωση και κοινώνησε αφού ζήτησε συγχώρεση από όλους. Εκείνη τη νύχτα έγινε

κοινή προσευχή Ορθοδόξων και Καθολικών. Μετά τη Θεία Λειτουργία ο

Αυτοκράτορας αποχαιρέτησε τους αξιωματούχους και τουρ υπερασπιστές και πήγε

στα τείχη για τη τελική μάχη. Πολέμησε κοντά στη Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι

τελευταίες φράσεις που του αποδίδονται ήταν «Η Πόλις εάλω και εγώ ζω»

Η πιο γνωστή φράση που του αποδίδεται λίγο πριν πέσει είναι « Ουκ έστι τις των

χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ' εμού;» δηλαδή «δεν υπάρχει κανένας

χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;»


Η Άλωση είναι από τα πιο φορτισμένα γεγονότα του Ελληνισμού. Η ‘αποφράς

ημέρα’!


Η Άλωση δεν είναι μόνο στρατιωτική ήττα είναι ένας αιώνιος θρήνος αλλά και

μάθημα αξιοπρέπειας. Είναι η ιστορία ανθρώπων που γνώριζαν ότι θα χαθούν αλλά

στάθηκαν μέχρι τέλους. Και ύστερά από τόσους αιώνες όταν ακούμε τι λέξεις «Η

Πολίς Εάλω» η καρδιά βαραίνει!


Γιατί κάποιες πατρίδες δεν χάνονται ποτέ, ζουν μέσα στη μνήμη.

Αυτό ήταν το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κέντρο του τότε γνωστού

κόσμου με πρωτεύουσα την Βασιλίδα των Πόλεων Κωνσταντινούπολη. Μία

Αυτοκρατορία που έλαβε στοιχεία από τον αρχαιοελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό

τα συνδύασε με το χριστιανισμό και διαμόρφωσε ένα ξεχωριστό πολιτισμό που

άσκησε επίδραση στους λαούς της Ανατολής και των Βαλκανίων.

Με το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο έψαξε να υφίσταται

οριστικά μετά από χίλια χρόνια ιστορίας. Η Κωνσταντινούπολη έγινε Οθωμανική

πρωτεύουσα. Η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί. Οι λόγιοι διέφυγαν στη Δύση

συμβάλλοντας εκεί στην Αναγέννηση. Έχουμε εδραίωση Οθωμανών στα Βαλκάνια

όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε κυρίαρχη δύναμη στη περιοχή.

Για τον Ελληνισμό η ‘Άλωση’ έγινε σύμβολο πένθους αλλά και μνήμης. Γεννήθηκαν

θρύλοι, δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις.


Ο Θρίαμβος, πόνος αμφιθυμία. Η άλωση ή η κατάκτηση της Βασιλεύουσας – ανάλογα την οπτική γωνία του υποκειμένου – αποτυπώνεται στην Τέχνη, όπως και στην Ιστορία με την ανάλογη φόρτιση. Ο πίνακας του Benjamin Constant έχει ένα θριαμβευτικό και συνάμα τραγικό τόνο..

Και η περίοδος της Τουρκοκρατίας είναι η ιστορία μίας τραγωδίας.

Και είναι δίδαγμα ελευθερίας που ακριβοπλήρωσαν με αίμα και δάκρυα,

ατελείωτες γενιές Ελλήνων.

Μαρινέλλα Κατακαλέα Γεωργούντζου